«Η Αργοναυτική εκστρατεία»

Οι Αργοναύτες όταν έφτασαν στις Συμπληγάδες πέτρες, που ήταν δύο πελώριοι βράχοι που ανοιγόκλειναν, θυμήθηκαν τα λόγια του Φινέα και άφησαν πρώτα ένα περιστέρι να περάσει και μετά πέρασαν κι αυτοί. Όταν έφτασε ο Ιάσονας στην Κολχίδα, ζήτησε από το βασιλιά Αιήτη το χρυσόμαλλο δέρας. Εκείνος όμως του είπε πώς για να του το δώσει έπρεπε πρώτα να δέσει δύο ταύρους με χάλκινα πόδια και πύρινη ανάσα, να οργώσει μ’ αυτούς ένα χωράφι, να σπείρει δόντια δράκου και να σκοτώσει τους οπλισμένους γίγαντες που θα φύτρωναν στη γη. Η Μήδεια, η κόρη του βασιλιά Αιήτη βοήθησε τον Ιάσονα να τα καταφέρει. Ο Αιήτης όμως, δε σκόπευε να του δώσει το δέρας κι έτσι με τη βοήθεια της Μήδειας και του Ορφέα αποκοίμισαν το δράκο, πήραν το δέρας κι έφυγαν.

Ο Ιάσονας μαζί με τη Μήδεια και τους Αργοναύτες γύρισαν πίσω στην Ιωλκό, αλλά ο Πελίας δεν έδωσε πίσω το θρόνο του. Ο Ιάσονας παντρεύτηκε τη Μήδεια και αφιέρωσαν την Αργώ στον Ποσειδώνα. Ο Ιάσονας πέθανε γέρος από ένα κατάρτι της Αργώς που έπεσε πάνω του.