«Στους Κίκονες, στους Λωτοφάγους και στους Κύκλωπες»

Ο Οδυσσέας έφυγε με δώδεκα καράβια από την Τροία. Οι θεοί όμως έστειλαν ανέμους και τους παρέσυραν στη χώρα των Κικόνων. Οι Κίκονες σκότωσαν πολλούς από τους συντρόφους του Οδυσσέα. Ύστερα φύσηξε βοριάς και τους έβγαλε στη χώρα των Λωτοφάγων.

Στη χώρα των Λωτοφάγων, κάποιοι σύντροφοι του Οδυσσέα έφαγαν λωτούς που ήταν μαγεμένα φρούτα κι αμέσως ξέχασαν τα πάντα και δεν ήθελαν να φύγουν. Ο Οδυσσέας όμως τους πήρε με το ζόρι κι έφυγαν.

Στη συνέχεια οι άνεμοι τους πήγαν στο νησί των Κυκλώπων. Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του μπήκαν σε μια σπηλιά και περίμεναν να δουν ποιος είναι ο νοικοκύρης. Στη σπηλιά αυτή έμενε ο Πολύφημος, ο γιος του Ποσειδώνα που ήταν πολύ ψηλός και είχε μόνο ένα μάτι στο μέτωπο. Όταν μπήκε στη σπηλιά o Πολύφημος, την έκλεισε μ’ ένα βράχο κι έφαγε δύο απ’ τους συντρόφους του. Ο Οδυσσέας σκέφτηκε ένα πολυμήχανο σχέδιο για να γλιτώσουν. Του έδωσε να πιει γλυκό κρασί και όταν τον ρώτησε πως τον λένε, αυτός απάντησε «κανένας». Μόλις αποκοιμήθηκε ο Πολύφημος του κάρφωσε στο μάτι ένα κλαδί που το είχε κάνει μυτερό στην άκρη. Όταν τον ρώτησαν οι άλλοι Κύκλωπες τι έπαθε, ο Πολύφημος φώναζε πως τον τύφλωσε ο Kανένας.

Το βράδυ ο Οδυσσέας έδεσε στην κοιλιά των κριαριών τους συντρόφους του ενώ αυτός κρεμάστηκε απ’ τα μαλλιά του πιο μεγάλου ζώου κι έτσι κατάφεραν να βγουν από τη σπηλιά του Πολύφημου.

Όταν μπήκαν στα καράβια ο Οδυσσέας είπε το πραγματικό του όνομα στον Πολύφημο κι εκείνος ζήτησε από τον Ποσειδώνα να μην τον αφήσει να γυρίσει στην Ιθάκη, μα αν είναι να γυρίσει, να περάσει χίλια βάσανα.