«Το τέλος του Ηρακλή»

Ο Ηρακλής αφού ολοκλήρωσε τους άθλους και ήταν ελεύθερος, παντρεύτηκε τη Διηάνειρα. Μια μέρα ο κένταυρος Νέσσος θέλησε να την πάρει δική του αλλά ο Ηρακλής τον χτύπησε μ’ ένα δηλητηριασμένο βέλος. Λίγο πριν ξεψυχήσει ο Νέσσος είπε στη Διηάνειρα να μαζέψει λίγο από το αίμα του και ν΄ αλείφει μ’ αυτό το χιτώνα του Ηρακλή για να την αγαπάει για πάντα.

Όταν όμως η Διηάνειρα έδωσε στον Ηρακλή το χιτώνα με το αίμα του Νέσσου, ο χιτώνας κόλλησε πάνω του. Τότε ο Ηρακλής κατάλαβε ότι θα πέθαινε και ανέβηκε στο βουνό Οίτη όπου έφτιαξε ένα σωρό από ξύλα και ξάπλωσε πάνω τους, περιμένοντας να ανάψουν τη φωτιά. Ο Φιλοκτήτης ήταν αυτός που άναψε τη φωτιά και τότε ένα σύννεφο κατέβηκε κι ανέβασε τον Ηρακλή στον Όλυμπο όπου έγινε αθάνατος.